Ακουστική Μικρών Χώρων (Μέρος Ε')

Στα προηγούμενα άρθρα αυτής της σειράς είδαμε της ιδιότητες του ήχου και πως αυτές καθορίζουν την ηχητική ενός χώρου. Σε αυτό το άρθρο θα δούμε την επίδραση που έχουν στον ήχο τα υλικά που απαρτίζουν μια κατοικία. Γνωρίζοντας την επίδραση του καθενός στο ηχητικό αποτέλεσμα μπορούμε, με εύκολες παρεμβάσεις, να διορθώσουμε τυχόν προβλήματα και να βελτιώσουμε τον ήχο που ακούμε σπίτι μας.gydinelfinish21.jpg

1. Τα χαλιά, οι μοκέτες και οι κουρτίνες απορροφούν περισσότερο υψηλές συχνότητες από ότι μεσαίες ενώ δεν έχουν σχεδόν καμία επίδραση στις χαμηλές και μεσοχαμηλές συχνότητες.

2. Οι κατασκευές από τούβλα και τσιμέντο και γενικά οι σκληρές επιφάνειες δεν απορροφούν καθόλου τις χαμηλές συχνότητες.

3. Αν στο χώρο μας υπάρχει πρόβλημα με τις χαμηλές συχνότητες (μπάσα) ο μόνος τρόπος αντιμετώπισης του είναι τα συντονισμένα διαφράγματα. Το τι ακριβώς είναι αυτά καθώς και ο τρόπος κατασκευής θα είναι το θέμα επόμενου άρθρου.

4. Τοίχοι και ταβάνια από γυψοσανίδα ή οι υαλοπίνακες απορροφούν πολύ περισσότερο τα μπάσα ενώ δεν επιδρούν καθόλου στις υψηλές και μεσο-υψηλές συχνότητες.

5. Όσο ποιό ανώμαλοι-άγριοι είναι οι τοίχοι μας (παράδειγμα από πέτρα) τόσο απορροφούν μεσαίες και υψηλές συχνότητες. Αντίθετα οι λείοι τοίχοι (στοκαρισμένοι) δεν απορροφούν καθόλου αυτές τις συχνότητες.

6. Όταν το πάτωμα μας είναι το κλασικό ξύλινο, με το κενό μεταξύ τσιμεντένιας πλάκας και ξύλου, απορροφά πολύ καλύτερα τις χαμηλές συχνότητες. Προσοχή χρειάζεται εδώ στη τοποθέτηση των ηχείων που δεν πρέπει να είναι απευθείας πάνω στο ξύλο. Η καλύτερη λύση είναι η τοποθέτηση πλακών πάνω στο τσιμέντο στα σημεία που τοποθετούνται τα ηχεία.

7. Όταν το ξύλο είναι μεγάλου πάχους και κολημένο στο πάτωμα ή στους τοίχους απορροφά κυρίως υψηλές συχνότητες.

8. Όλα τα υφασμάτινα έπιπλα (πολυθρόνες, καναπέδες, κ.λ.π.) καθώς και τα μαξιλάρια απορροφούν υψηλές, μεσαίες και χαμηλομασαίες συχνότητες.

9. Τα διαφορών χαρακτηριστικών υλικά πρέπει να είναι διασκορπισμένα στο χώρο και όχι μαζεμένα σε μία μεριά.

10. Τα πολλά άτομα σε ένα χώρο επενεργούν όπως τα υφασμάτινα έπιπλα απορροφώντας υψηλές, μεσαίες και χαμηλομεσαίες συχνότητες.

11. Αν ο χρόνος αντήχησης μας είναι μεγάλος θα πρέπει να χρησιμοποιήσουμε επιφάνειες και αντικείμενα με διαφορετικά χαρακτηριστικά που απορροφούν και υψηλές και χαμηλές συχνότητες.

12. Η διάχυση βοηθάει στην εξομάλυνση τυχόν ανωμάλιων του ήχου. Τα μικρά τραπεζάκια, τα φωτιστικά, τα λουλούδια, τα διακοσμιτικά και οι βιβλιοθήκες με βιβλία, τα ράφια κ.α. βοηθούν σε αυτό το σκοπό.

Γενικά με έξυπνες, μικρές παρεμβάσεις στο χώρο μας μπορούμε να πετύχουμε ένα πολύ ικανοποιητικό ηχητικό αποτέλεσμα αρκεί να γνωρίζουμε το πως και το γιατί.


Ακουστική Μικρών Χώρων (μέρος Δ')

Ας ξεκινήσουμε το άρθρο μας αυτό δίνοντας έναν ορισμό του ποιοι χώροι θεωρούνται μικροί και ποιοι όχι.  Μουσική ακουστική πληροφορία, δηλαδή  ήχοι που έχουν καταγραφεί, υπάρχουν από τη συχνότητα των 16 κύκλων και φτάνουν εώς τους 20 χιλιάδες κύκλους που θεωρήται το όριο της ανθρώπινης ακοής. Οι 16 κύκλοι αντιστοιχούν σε μήκος κύματος 21,5 μέτρων περίπου. 

Μικροί χώροι ονομάζονται αυτοί που καμία τους διάσταση δεν είναι μεγαλύτερη από 21 μέτρα. Ο διαχωρισμός αυτός γίνεται καθότι οι μεγάλοι χώροι αντιμετωπίζονται εντελώς διαφορετικά ως προς τα χαρακτηριστικά τους και τον υπολογισμό αυτών.

Ένα από τα κρίσιμα χαρακτηριστικά ενός χώρου είναι η αντήχηση και ο  χρόνος αντήχησης καθώς αυτός χαρακτηρίζει το χώρο μας και του δίνει ταυτότητα.

Αντήχηση είναι το φαινόμενο κατά το οποίο ενώ η μηχανική διέγερση (φυσική ή τεχνική) που παράγει ήχο έχει σταματήσει να υφίσταται ο ήχος εξακολουθεί, για ένα διάστημα, να είναι ακουστός. 

Ο χρόνος, τώρα, που είναι ακουστός ο ήχος μετά το σταμάτημα της πηγής που τον προκάλεσαι ονομάζεται χρόνος αντήχησης. Αυτό το φαινόμενο οφείλεται στις ανακλάσεις του χώρου μας και εξαρτάται από τις φυσικές του διαστάσεις, τα υλικά κατασκευής του και από τη διαμόρφωση του με έπιπλα υφάσματα και άλλα.

Ουσιαστικά ο χρόνος αντήχησης μετριέται από τη στιγμή που θα πάψει η διέγερση μέχρι να μειωθεί η ένταση του ήχου κατά 60 db ( ένα εκατομμυριοστό της αρχικής του έντασης περίπου).

Μικροί χρόνοι αντήχησης δίνουν την αίσθηση λεπτότητας, φτωχού ηχοχρωματικού πλούτου και έλλειψη ζεστασιάς στο ήχο. Αντίθετα οι μεγάλοι (μέχρι ενός ορίου) χρόνοι αντήχησης δίνουν αίσθηση ζωντάνιας και πλούτου στον ήχο.

Ο επιθυμητός χρόνος αντήχησης εξαρτάται από τη χρήση του εκάστοτε χώρου. Γενικά για οικιακούς χώρους αποδεχτοί χρόνοι είναι της τάξης των 300 - 600 mSec (χιλιοστών του δευτερολέπτου). Για το προσδιορισμό του ακριβούς χρόνου αντήχησης απαιτήται ειδικός εξοπλισμός μέτρησης. Ένας πρακτικός τρόπος είναι με το παλαμάκι. Χτυπώντας τα χέρια μας ο ήχος δε θα πρέπει να είναι τελείος ξερός, δηλαδή να αποσβαίνει αμέσως, αλλά ούτε και πολύ μακρόσυρτος, δηλαδή να ακούγεται για μεγάλο διάστημα.

Να και ένα παράδειγμα του απαράδεκτα μεγάλου χρόνου αντήχησης. Όλοι μας έχουμε παρατηρήσει το φαινόμενο, σε ένα μεγάλο χώρο, να μη γίνεται καταληπτή η ομιλία κάποιου. Αυτό οφείλεται στο μεγάλο χρόνο αντήχησης του χώρου, που έχει ως αποτέλεσμα οι διαδοχικές λέξης της ομιλίας του να συμπίπτουν μη δίνοντας την ευκαιρία στον εγκέφαλο μας να τους διαχωρίσει.

Συνοψίζοντας όλα τα παραπάνω εύκολα γίνεται κατανοητό γιατί το ίδιο ηχοσύστημα ακούγεται διαφορετικά όταν τοποθετηθεί σε άλλο χώρο. Ο λόγος είναι ότι ο κάθε χώρος έχει τη δική του ταυτότητα που εξαρτάται από τις διαστάσεις του, τα υλικά κατασκευής του και τα αντικείμενα που βρίσκονται μέσα σε αυτόν αλλά και τη θέση τους. Έτσι σε δύο διαφορετικούς χώρους αποκλείεται να ακούσουμε ίδιο ήχο.


Ακουστική Μικρών Χώρων (μέρος Γ')

Είδαμε στο πρώτο μέρος ότι ο ήχος είναι κύμα ενέργειας. Σαν κύμα λοιπόν έχει ορισμένα χαρακτηριστικά. Αυτά είναι η διάθλαση, η ανάκλαση, η περίθλαση και η διάχυση. Ας τα δούμε ένα-ένα.

Η διάθλαση. Είδαμε ότι για τη διάδωση του ήχου απαραίτητο  είναι να υπάρχει ένα μέσον, στη περίπτωση μας ο αέρας. Όταν ο ήχος κατά τη διάδωση του συναντήσει διαφορετική πυκνώτητα του υλικού μέσω του οποίου διαδίδεται τότε αλλάζει η διεύθυνση διάδωσης του. Σε ένα κλειστό χώρo, λόγο της σταθερής θερμοκρασίας η πυνώτητα του αέρα είναι δεδομένη άρα η διάθλαση δε μας απασχολεί για κλειστούς χώρους αλλά μόνο για ανοιχτούς.

Η ανάκλαση. Όταν ο ήχος, κατά τη διάδωση του, συναντήσει μια επιφάνεια αρκετά μεγαλύτερη από το μήκος κύματος του ένα μέρος του ανακλάται, με τη γωνία που προσπίπτει να είναι ίση με τη γωνία ανάκλασης του.  Ένα μικρότερο μέρος του μετατρέπεται σε θερμότητα αφού πρώτα διεγείρει τα μόρια του υλικού. Το ποσοστό του που θα μετατραπεί σε ενέργεια έχει να κάνει με τη φύση του υλικού.

Εδώ θα σταθούμε πολύ περισσότερο γιατί σε ένα κλειστό χώρο οι ανακλάσεις είναι από τα κυρίαρχα χαρακτηριστικά του και καθορίζουν κατά πολύ την ακουστική του. Για να καταλάβουμε το γιατί συμβαίνει αυτό θα πρέπει να ρίξουμε μια ματιά στο σχετικό σχηματάκι.anaklasis.jpg                                                                           Ένας ακροατής απολαμβάνει, καθισμένος σε μια πολυθρόνα (με λίγη φαντασία όλα αυτά), τη μουσική του. Βλέπουμε ότι ο ήχος που τελικά ακούει έρχεται από διαφορετικές κατευθύνσης. Έχουμε λοιπόν τον απευθείας ήχο που έρχεται από το ηχείο και έχει τη μεγαλύτερη ενέργεια, αλλά έχουμε και τις ανακλάσεις του που έρχονται από το πάτωμα, την οροφή και τους πλαινούς τοίχους. Εύκολα καταλαβαίνουμε ότι η απόσταση που διανύει ο ήχος μέχρι να φτάσει στον ακροατή μας είναι διαφορετική αναλόγως από που προέρχεται ο ήχος. Αν είναι δηλαδή ανακλώμενος ή απευθείας. Αυτό το γεγονός, ανάλογα και την εκάστοτε συχνότητα, έχει ως αποτέλεσμα να υπάρχει χρονική διαφορά ή όπως λέμε διαφορά φάσης της άφιξης του ήχου στον ακροατή. Αυτή η κατάσταση έχει ως αποτέλεσμα σε κάποιες συχνότητες να αθροίζεται η ενέργεια ανακλώμενου και απευθείας ήχου ενώ σε κάποιες άλλες να παίρνουμε τη διαφορά τους. Με απλά λόγια αν υποθέσουμε ότι η απόκριση συχνοτήτων του ηχείου μας είναι επίπεδη στην ουσία αυτό που φτάνει στα αυτιά μας δεν είναι. Αυτό συμβαίνει εξαιτίας των ανακλάσεων που παρουσιάζει ο χώρος μας.

Το να προβλευτούν οι ανακλάσεις ενός κλειστού χώρου είναι σχεδόν αδύνατο. Σκεφτήτε ότι οι ανακλάσεις που ανέφερα πριν είναι μόνο οι προτογενείς ενώ έχουμε πάρα πολλές ακόμα δευτερογενείς, τριτογενείς κ.ο.κ. με εξασθένηση βέβαια κάθε φορά της ενέργειας τους.

Οι ανακλάσεις μπορούν να αποβούν προς ώφελος μας στη περίπτωση που ελέγχοντας την ακουστική ενός χώρου και ενισχύοντας κάποιες συχνότητες που μας ενδιαφέρουν. Παράδειγμα τέτοιο είναι τα αρχαία στάδια.

Η περίθλαση. Είναι και αυτή ένα είδος ανάκλασης με τη διαφορά ότι η ανακλαστική επιφάνεια δεν έχει διαστάσεις μεγαλύτερες από το μήκος κύματος αλλά συγκρίσημες με αυτό.

Σε αυτή τη περίπτωση στα όρια της επιφάνειας (άκρες της) δημιουργούνται δευτερογενείς ηχητικές πηγές ίδιας συχνότητας με την αρχική. Αυτές βέβαια είναι ανεπιθύμητες και προσπαθούμε να τις εξαλείψουμε.

 Παράδειγμα αυτού είναι η ανάγκη ύπαρξης πατούρας, στη καμπίνα των ηχείων, για τα μεγάφωνα υψηλών συχνοτήτων (τουίτερς).

Αυτό διότι στην ακμή του σασί τους που δεν εφάπτεται στη καμπίνα θα έχουμε ανεπιθύμητη εκπομπή συχνοτήτων άρα και έμφαση στο συγκεκριμένο σημείο του φάσματος. Το ποια ακριβώς θα είναι αυτή η συχνότητα εξαρτάται από την ακτίνα του σασί του μεγαφώνου και αντιστοίχη στη συχνότητα με το ίδιο μήκος κύματος.  Συνήθως είναι από επτά εως δέκα χιλιόκυκλους.

Η διάχυση. Το φαινόμενο της διάχυσης συμβαίνει όταν ένα ηχητικό κύμα προσκρούει σε μια επιφάνεια με ακανόνιστες διαστάσεις. Τότε αυτό θα διασπαστεί σε πολλές μικρότερες, ενεργειακά, και με διαφορετικές κατευθύνσης ανακλάσεις.

Αυτό προσπαθούμε να πετύχουμε όταν καμπυλώνουμε τις ακμές ενός ηχείου ή όταν χρησιμοποιούμαι τους λεγόμενους διαχύτες στη ηχητική διαμόρφωση ενός δωματίου. 


Ακουστική Μικρών Χώρων (μέρος Β')

PMS_livingroom.jpg                                               Είδαμε λοιπόν στο πρώτο μέρος ότι ιδανικό δωμάτιο που να μη παρουσιάζει αξονικούς ρυθμούς δεν υπάρχει (όλα τα δωμάτια έχουν διαστάσεις). Υπάρχουν όμως αναλογίες δωματίων οι οποίες προσεγγίζουν το ιδανικό. Αυτό γίνεται με την ομοιόμορφη κατανομή των αξονικών ρυθμών αλλά και των αρμονικών τους. Με το τρόπο αυτό ομαλοποιείται η ενέργεια μέσα στο χώρο και δεν υπάρχουν ανεπιθύμητοι συντονισμοί. Παρακάτω παραθέτω ένα πίνακα με μερικές από τις ιδανικές αναλογίες.

                      ΜΗΚΟΣ              ΠΛΑΤΟΣ

              ΥΨΟΣ x 1,39             ΥΨΟΣ x 1,14

              ΥΨΟΣ x 1,54             ΥΨΟΣ x 1,28

              ΥΨΟΣ x 2,33             ΥΨΟΣ x 1,6

              ΥΨΟΣ x 1,9               ΥΨΟΣ x 1,4

              ΥΨΟΣ x 1,9               ΥΨΟΣ x 1,3

              ΥΨΟΣ x 2,1               ΥΨΟΣ x 1,5

Αν ανήκεται στους τυχερούς και το δωμάτιο ακρόασης σας πληρεί μια από τις παραπάνω αναλογίες έχετε πολλές πιθανότητες με λίγο κόπο να πάρεται ένα πολύ καλό ηχητικό αποτέλεσμα.


Ακουστική Μικρών Χώρων (μέρος Α')

big_image_summit.jpg  Πολλοί από εμάς αγόρασαν το ηχοσύστημα τους με βάση την ακρόαση του σε ένα φιλικό σπίτι ή σε ένα σχετικό κατάστημα. Τι ποιο λογικό άλλωστε αφού άκουσαν κάτι που τους άρεσε να το αγοράσουν.  Το πήγαν λοιπόν σπίτι τους το έστεισαν όσο καλύτερα μπορούσαν και περίμεναν να ακούσουν κάτι ανάλογο με το προηγούμενο άκουσμα. Αμ δε που είναι έτσι. Ο ήχος που πήραν δεν είχε καμία σχέση με αυτό που περίμεναν. Γιατί συμβαίνει αυτό;

Αυτό που εύκολα και αβίαστα μπορούμε να δώσουμε σαν απάντηση είναι ότι ένα ηχοσύστημα ακούγεται διαφορετικά σε κάθε χώρο. Το πόσο συμμετέχει ο χώρος στο τελικό ηχητικό αποτέλεσμα μπορούμε χοντρικά να πούμε ότι είναι 30-40% αν και αυτό δε λέει πολλά.

 Να διευκρινήσουμε εδώ ότι το ζητούμενο για μια σωστή ακρόαση είναι η ισόποση κατανομή της ακουστικής πίεσης στο χώρο μας, σε όλο το ακουστικό φάσμα. Αυτό όμως σπανίως συμβαίνει. Συνήθως έχουμε μέγιστα και ελάχιστα σημεία πίεσης.

Για να δούμε γιατί συμβαίνει αυτό θα πρέπει να εξετάσουμε τη φύση του ήχου. Ο ήχος κατά βάση είναι ενέργεια. Ενέργεια που μεταφέρεται από μία παλλόμενη επιφάνεια (τα μεγάφωνα μας στη προκειμένη) με τη βοήθεια ενός μέσου (του αέρα στη περίπτωση μας) και φτάνει σε κάποιο αισθητήριο όργανο (αυτιά). Αν τώρα η ενέργεια αυτή βρίσκεται σε περιορισμένο φάσμα συχνοτήτων (ακουστικό φάσμα) θα γίνει αντιληπτή από το αυτί μας. Απαραίτητο για τη δημιουργεία ήχου είναι η ύπαρξη ενός μέσου, στη προκειμένη περίπτωση αέρας, διότι ο ήχος δε μεταδίδεται στο κενό.  Σαν κύμα λοιπόν έχει κάποιες διαστάσεις το λεγόμενο μήκος κύματος. Το μήκος κύματος υπολογίζεται από τη σχέση λ=340/f όπου 340 είναι η ταχύτητα του ήχου στον αέρα  (340 m/sec) και f είναι η συχνότητα. Δηλαδή το ακουστικό φάσμα από 20 κύκλους έως 20000 κύκλους είναι από 17 μέτρα έως 1,7 εκατοστά περίπου.

Από την άλλη τώρα το δωμάτιο που βρίσκεται το σύστημα μας έχει κάποιες φυσικές διαστάσεις (πλάτος, μήκος και ύψος). Οι διαστάσεις αυτές σε κάθε περίπτωση θα συμπίπτουν με το μήκος κύματος μιας συγκεκριμένης συχνότητας. Για παράδειγμα αν το ύψος του δωματίου είναι 2,8 μέτρα αυτό αντιστοιχεί σε συχνότητα 123 κύκλων βάση της παραπάνω σχέσης. Οι συχνότητες στις οποίες ένας χώρος εμφανίζει έντονα μέγιστη και ελάχιστη ηχητική πίεση ονομάζονται Αξονικοί Ρυθμοί αυτού. Αλλά δεν είναι μόνο αυτές οι συχνότητες στις οποίες ο χώρος μας εμφανίζει μέγιστη και ελάχιστη πίεση αλλά και τα ακέραια πολλαπλάσια αυτών. Αν ας πούμε το πλάτος μας είναι 6,9 μέτρα και η συχνότητα που αντιστοιχή είναι 50 κύκλοι πρόβλημα θα εμφανίζεται και στους 100 και στους 150 και στους 200 κύκλους κ.τ.λ. Βέβαια όταν αυξηθεί πολύ η συχνότητα λόγο του μικρού μήκους κύματος η ενέργεια στο χώρο ομαλοποιείται. Φανταστείτε τώρα πόσο έντονο γίνεται το πρόβλημα όταν οι συχνότητες αυτές συμπίπτουν σε δύο διαστάσεις του χώρου μας ή ακόμα χειρότερα και στη τρίτη. Ιδανικά υπάρχουν κάποιες αναλογίες των διαστάσεων του χώρου ακρόασης (μήκος=ύψοςx1,39 και πλάτος=ύψοςx1,14 για παράδειγμα) όπου οι αξονικοί ρυθμοί δε συμπίπτουν οπότε δεν έχουμε και έντονο πρόβλημα. Βέβαια εδώ πρέπει να σταθούμε τυχεροί ή να υπολογίσουμε το δωμάτιο πριν το χτίσουμε.

Βλέπουμε λοιπόν, συνοψίζοντας το πρώτο μας μέρος, ότι οι αναλογίες των διαστάσεων του χώρου μας είναι ένας βασικός παράγοντας για διαφορετικό αποτέλεσμα.


Φίλτρο Ρεύματος

160_9.jpgΓεγονός είναι ότι η ποιότητα του ρεύματος που φτάνει στα σπίτια μας δεν είναι ότι καλύτερο για τη λειτουργία των οικιακών μας συσκευών. Πολλές φορές, εκτός από κακή λειτουργία, έχουν παρατηρηθεί και βλάβες  συσκευών που οφείλονται σε αυτό. Άλλωστε τι λειτουργεί καλά σε αυτό το τόπο; Γιατί η ΔΕΗ να αποτελεί εξαίρεση; Σε μεγάλο βαθμό το <<κακό>> ρεύμα επιρρεάζει αρνητικά την απόδοση των συσκευών ήχου. Τι πρέπει λοιπόν να κάνει ο καταναλωτής που έχει πληρώσει ένα σοβαρό ποσό χωρίς να απολαμβάνει το 100% της απόδοσης της συσκευής του; Ένας τρόπος είναι η προσθήκη ενός φίλτρου ρεύματος όπως λέγεται. Αυτό παρεμβάλλεται μεταξύ της μπρίζας και του πολύμπριζου μας και υπόσχεται θαύματα στον ήχο μας. Αυτό που κάνει είναι να αφαιρεί τα παράσιτα του δικτύου ενώ κάποιες φορές λειτουργεί και σαν απομονωτής (isolator) περιέχοντας ένα μετασχηματιστή 1:1. Είναι όμως έτσι ή κάπως έτσι; Υπάρχει όντως βελτίωση ή όχι; Μετά βεβαιότητας σας λέω ότι τις περισσότερες φορές όχι. Άλλωστε ουσιαστικά ποτέ δε διορθώνεται ένα λάθος δημιουργώντας άλλα, μάλλον σημαντικότερα, λάθη.

 Κάθε τι που παρεμβάλλεται μεταξύ μιας πηγής τάσης και μιας κατανάλωσης δημιουργεί πάντα ενεργειακές απώλειες (αντίσταση καλωδίων, επαφών και πηνίων, απώλειες μετασχηματιστών κ.α.). Αυτό είναι κάτι το ανεπιθύμητο, ειδικά στα ενισχυτικά που καταναλώνουν αρκετά, και πρέπει όσο μπορούμε να το αποφεύγουμε χρησιμοποιώντας κοντά και μεγάλης διατομής καλώδια ρεύματος και καλές επαφές. Επίσης σημαντικότατο είναι το τροφοδοτικό εντός των συσκευών. Οι σοβαροί κατασκευαστές έχουν φροντίσει ώστε αυτό να μην επηρεάζεται από το ρεύμα και τα τερτίπια του. Η μόνη περίπτωση που θα συνιστούσα φίλτρο ρεύματος και εδώ ακόμα με επιφυλάξης και δοκιμή, είναι στα σπίτια που βρίσκονται σε προβληματικές περιοχές (συνήθως βιομηχανικές ή νησιά) όπου ο θόρυβος είναι πάνω από 30 dB στη τάση δικτύου και η τάση αρκετά κάτω των 230 volts. 

Αυτό που συμβαίνει συχνά με τη χρήση φίλτρου είναι απώλεια των χαμηλών συχνοτήτων (μπάσα) οπότε ακούγοντας εμφατικότερες μεσο-υψηλές συχνότητες το αυτί πολλές φορές ξεγελιέται. Γιαυτό προσοχή και οποσδήποτε δοκιμή πριν προχωρίσεται...


Τελικός Ενισχυτής, Power Amplifier

amp-b-4.jpg Το μόνο τμήμα της αλυσίδας αναπαραγωγής που είναι πραγματικός καταναλωτής ενέργειας και τρελαίνει το ρολόι της ΔΕΗ είναι ο τελικός ενισχυτής. Δουλειά του είναι να παράγει ρεύμα... πολύ ρεύμα. Όσο περισσότερο τόσο το καλύτερο μιας και τα ηχεία είναι πολύ απαιτητικά σε αυτό το θέμα ένεκα χαμηλής αντίστασης (8 ή 4 Ω) και επιπλέον έχουν πολύ μικρή απόδοση της τάξης του 10 - 15 %. Αυτό σημαίνει ότι από το ηλεκτρικό σήμα που φτάνει σε αυτά μόλις το 10% μετατρέπεται σε ακουστική ισχύ. Βέβαια ελάχιστα είναι τα μεγάφωνα που αντέχουν ισχύ μεγαλύτερη των 200 Watt RMS (για μεγαλύτερη ισχύ χρησιμοποιούμαι περισσότερα μεγάφωνα για τη ίδια περιοχή του φάσματος) αλλά καλύτερα να έχουμε περίσσεμα ισχύος παρά έλλειμα. Άλλωστε στις δυναμικές αντιθέσης, που σχετίζονται και με τα αποθέματα ισχύος αλλά και το ρυθμό ανόδου του ενισχυτή, παίζεται ένα σημαντικό μέρος του παιχνιδίου που ονομάζεται ζωντανή αίσθηση της ακρόασης.

Ιδανικά ένας ενισχυτής ισχύος είναι μια πηγή σταθερής τάσης ανεξαρτήτος της τιμής του φορτίου (ηχείο). Αυτό σημαίνει ότι ο ενισχυτής αυτός μπορεί σε κάθε υποδιπλασιασμό του φορτίου να δώσει το διπλάσιο ρεύμα και βέβαια υπάρχει μόνο στα χαρτία μιας και πολύ παράγοντες (αντίσταση εξόδου, ισχύς τροφοδοτικού, τελικό στάδιο, τροφοδοσία δικτύου, οικονομική περιορισμοί) δεν επιτρέπουν να γίνει αυτό. Συνήθως τα πολύ καλά μηχανήματα σχεδόν διπλασιάζουν την ισχύ τους από φορτίο 8 Ωμ σε 4 Ωμ και αυτό μας είναι αρκετό.

Στους τελικούς ενισχυτές λυχνίας τώρα λόγο του μετασχηματιστή που υπάρχει στην έξοδο και έχει διαφορετικές λήψεις αναλόγως το ηχείο (16,8,4 Ωμ)  η ισχύς παραμένει σταθερή με κάθε ηχείο που θα συνδεθεί κατάλληλα. Ο μετασχηματιστής προσαρμόζει την υψηλή αντίσταση εξόδου των λυχνιών στη χαμηλή αντίσταση των ηχείων. 

Γενικά όσων αφορά τα τεχνικά χαρακτηριστικά ενός τελικού ενισχυτή (απόκριση συχνότητας, ρυθμός ανόδου, συντελεστής απόσβεσης, ολική αρμονική παραμόρφωση και θόρυβος) μόνο μια ιδέα μας δίνουν για τις πραγματικές του δυνατότητες. Αυτό που οφείλουμαι να κάνουμε για την ορθή αξιολόγηση του είναι η εκτεταμένη, με δύσκολο μουσικό πρόγραμμα (έντονα δυναμικά, μεγάλες ορχήστρες, χαρακτηριστικές φωνές κ.τ.λ.), ακρόαση του με το συγκεκριμένο ζεύγος ηχείων που σκοπεύουμαι να τον χρησιμοποιήσουμε. 

Ο συνδιασμός ηχείου-τελικού ενισχυτή είναι ο σπουδαιότερος στην ακουστική αλυσίδα. Θα πρέπει να δώσουμε πολύ μεγάλη προσοχή στη συνέργια των χαρακτηριστικών τους (matching όπως λέμε) για ένα καλό αποτέλεσμα. Γενικά δε νοήται να εξετάζουμε το καθένα χωριστά αλλά μόνο σαν συνδιασμό. 


Καλώδιο Ρεύματος Ιδιοκατασκευή, Power Cable DIY

DSCF1589.jpg                                                                      Υποστηρίζεται ότι το καλώδιο που συνδέει τη συσκευή ήχου με το ρευματολήπτη (μπρίζα) έχει και αυτό τη συμμετοχή του στη ποιότητα αναπαραγωγής. Δε λείπει βέβαια και ο αντίλογος από αυτούς που θεωρούν μηδενική την αποτελεσματικότητα ενός καλωδίου μήκους 1,5 μέτρου τη στιγμή που εκατοντάδες ή και χιλιάδες μέτρα καλωδίου υπάρχουν πριν από αυτό. Δε θα πάρω θέση σε αυτό αλλά θα αφήσω σε όσους θελήσουν να δοκιμάσουν τα αποτελέσματα να κρίνουν ποια άποψη έχει δίκιο. Για αυτούς λοιπόν που πιάνουν λίγο τα χέρια τους προτείνω τη ποιο κάτω κατασκευή.

 Κοστίζει ελάχιστα σε σχέση με τα δεδομένα του εμπορίου, απαιτεί περίπου 2 ώρες προσεχτικής εργασίας και δίνει τη χαρά της δημιουργίας που μπορεί να μετατραπεί και σε χαρά  ακρόασης. Να πω εδώ ότι το εν λόγω καλώδιο υπεραρκεί για συσκευές με μέγιστη κατανάλωση 600 watt (CD, προενισχυτές και ολοκληρωμένοι) αλλά ΟΧΙ κάτι ισχυρότερο.

Τα υλικά που απαιτούνται είναι:

1) Τρία καλώδια διαφορετικού χρώματος μήκους 3,5 μέτρων (για 1,5 μέτρα καλώδιο) περίπου και 1,5 καρρέ διατομή.

2) Ένα ποιοτικό φις για τη μπρίζα και ένα θηλυκό φις για τη συσκευή μας (όσο ποιοτικότερα τόσο καλύτερα χωρίς υπερβολές βέβαια).

3) Θερμοσυστελόμενο μακαρόνι δύο μέτρα ανάλογου πάχους.

Κόβουμαι στη μέση τα καλώδια (μήκος 1,75 περίπου) και αφού παραλληλήσουμε τα δύο ιδίου χρώματος τα πλέκουμαι μεταξύ τους όπως θα κάναμε σε μία κοτσίδα. Ο κάθε αγωγός από τους τρις συνολικά (φάση, ουδέτερος και γείωση) αποτελείται από τα δύο ιδίου χρώματος καλώδια. Ξεγυμνώνουμε τα άκρα των καλωδίων. Κολλάμε τα ιδίου χρώματος καλώδια ανά δύο από τη μία μεριά στις επαφές του θηλυκό φίς και καλύπτουμε με βερνίκη το χαλκό και τη κόλληση ώστε να μην οξειδωθεί. Ενώνουμε και βιδώνουμε το φίς και στη συνέχεια περνάμε το θερμοσυστελόμενο και το προσαρμόζουμε κατά μήκος του καλωδίου μας. Αν σας δυσκολεύει κόψτε το θερμοσυστελόμενο σε τρία μέρη και περάστε το διαδοχικά. Στην ελεύθερη άκρη τώρα κάνουμε την ίδια εργασία στο φίς που προορίζεται για τη μπρίζα και το καλώδιο μας είναι έτοιμο.

ΠΡΟΣΟΧΗ!! ΝΑ ΕΙΣΤΕ ΒΕΒΑΙΗ ΟΤΙ ΞΕΡΕΤΕ ΤΙ ΚΑΝΕΤΕ ΓΙΑΤΙ ΜΕ ΤΟ ΡΕΥΜΑ ΔΕ ΠΑΙΖΟΥΜΑΙ. 

Για ότι απορία σας εδώ θα είμαι και θα χαρώ να πληροφορηθώ τα αποτελέσματα από όσους το κατασκευάσουν.


Καταναλωτές Με Συνείδηση

Αναμφισβήτητα όλα όσα αγοράζουμε σαν καλοί καταναλωτές του συστήματος μια ωραία πρωία θα καταλλήξουν στα σκουπίδια μηδενός εξαιρουμένου. Αφιερώστε λίγο από το χρόνο σας για να παρακολουθήσεται το παρακάτω βιντεάκι. Τώρα θα μου πείτε: Καλά που <<κολάει>> αυτό με τα θέματα του υπόλοιπου blog; Και όμως κάποια σχέση έχει. Όταν βλέπω στους κάδους απορριμάτων όλα αυτά τα φτηνιάρικα mini- midi συστηματάκια ήχου που ίσως αγοράστηκαν δύο ή τρία χρόνια πριν αναρωτιέμαι γιατί με λίγα παραπάνω χρήματα δεν αγοράστηκε κάτι καλύτερο που θα ένανε συντροφιά στον ιδιοκτήτη του τουλάχιστον μια δεκαπενταετία. Σίγουρα θα γλύτωνε χρήματα και επιπλέον θα έκανε καλό στο περιβάλλον και στα αυτιά του. http://www.storyofstuff.com/35481019_640.jpg

Ενισχυτής Ήχου

53234102.DSC05708.jpg

Όπου υπάρχει ήχος ο οποίος δε προέρχεται από φυσική πηγή κάπου υπάρχει ένα μεγάφωνο και σίγουρα μια βαθμίδα ενίσχυσης ήχου πίσω από αυτό. Ο ενισχυτής λοιπόν ή ολοκληρωμένος ενισχυτής όπως πολλοί τον αποκαλούν, και όχι άδικα όπως θα δούμε, είναι η βαθμίδα διαχείρισης και ενίσχυσης του σήματος που λαμβάνουμε από της πηγές ήχου (CD, πικάπ, ραδιόφωνο κ.λ.π.). Το σήμα αυτό αφού διαμορφωθεί και ενισχυθεί κατάλληλα οδηγεί τα ηχεία μας.

Τους ενισχυτές γενικά τους χωρίζουμε σε στερεάς κατάστασης (τρανζιστοράτους), σε λαμπάτους (λυχνίας) και σε υβριδικούς όταν κάποια κυκλώματα υλοποιούνται με λυχνίες ενώ άλλα με τρανζίστορ.

Ένας ενισχυτής ήχου αποτελείται από πολλά στάδια, εξού και ο χαρακτηρισμός  ολοκληρωμένος ενισχυτής. Έχουμε λοιπόν το στάδιο προενίσχυσης, τη βαθμίδα του τελικού ενισχυτή και το  τροφοδοτικό αυτών. Το στάδιο προενίσχυσης μας επιτρέπει να επιλέξουμε τη προς ακρόαση πηγή, να διαμορφώσουμε ανάλογα με τις προτιμήσεις μας το σήμα (μπάσα,πρίμα, μεσαία. loudness) και αφού αυτό ενισχυθεί όσο εμείς επιθυμούμε με το κομβίον της έντασης να οδηγήσει τη τελική βαθμίδα.

Η τελική βαθμίδα ή βαθμίδα ισχύος όπως λέγεται, ενισχύει το σήμα μας όσον αφορά τη τάση αλλά κυρίως έχει τη δυνατότητα παροχής υψηλών ρευμάτων απαραίτητων για την οδήγηση των ηχείων μας.

Το τροφοδοτικό του ενισχυτή λαμβάνει την εναλλασσόμενη τάση των 230 volts του δικτύου και παράγει τις συνεχής τάσης για τη λειτουργία όλων των βαθμίδων.

Γενικά ισχύει ότι όσο περισσότερα και ανεξάρτητα για το κάθε στάδιο τροφοδοτικά υπάρχουν στο εσωτερικό ενός ενισχυτή τόσο καλύτερη είναι η απόδοση του. Εξού και η ποιοτικότερη λύση των ανεξάρτητων κομματιών.

Ένας ολοκληρωμένος ενισχυτής μπορεί επίσης να περιλαμβάνει τμήμα προενίσχυσης για πικάπ (phono stage) καθώς και τηλεχειρισμό.

Μια φωτογραφία για να θυμούνται οι παλιοί. Ένας κλασικός ενισχυτής της δεκαετίας του 80 ο NAD 3020.


Βελτίωση - Αναβάθμιση Συσκευών Ήχου.

Ένας από τους τρόπους να αναβαθμίσουμε τον ήχο του συστήματος μας είναι η βελτίωση ή και <<πείραγμα>> όπως λέγεται των συσκευών που το αποτελούν. Τώρα τελευταία μάλιστα έχει γίνει πολύ της μόδας με αποτελέσματα όχι πάντα τα αναμενόμενα. Να εξηγηθώ ευθύς εξαρχής ότι σαφέστατα είμαι υπέρ του πειράγματος των συσκευών αρκεί να πληρούνται κάποιες προυποθέσεις. Θα πρέπει να γίνονται από ηλεκτρονικό με μεράκι και πολλές γνώσεις γύρω από τα μηχανήματα αναπαραγωγής ήχου. Κυρίως δε να διαθέτει μεγάλη εμπειρία και να μπορεί να εγγυηθεί των αποτελεσμάτων. Τα πειράματα επιτρέπονται αρκεί να γίνονται με γνώση των συνεπειών.

Πείραγμα συσκευής μπορεί να σημαίνει: 

α) Αντικατάσταση υλικών (πυκνωτών, τελεστικών, διόδων, καλωδίων κ.τ.λ.) με άλλα ανώτερης ποιότητας (audiofile).

β) Προσθήκη έξτρα υλικών σε ζωτικά σημεία, πυκνωτές απόζευξης για παράδειγμα, αν δε προβλεύτηκαν από το σχεδιαστή.

γ) Προσθήκη ολόκληρης βαθμίδας τροφοδοσίας για κάποια στάδια.

δ) Παράληψη ολόκληρης βαθμίδας αν κριθεί μή αναγκαία (απαιτείται τεράστια εμπειρία για κάτι τέτοιο). 

Όλα τα ανωτέρο θα πρέπει να γίνονται με γνώση του που, του πως και του γιατί <<βάζουμε χέρι>> στο μηχάνημα και όχι μόνο της οικονομικής πλευράς του θέματος.

Έρχεται στο μυαλό μου η ιστορία καταναλωτή που έδωσε τον ενισχυτή του για βελτίωση της καλωδίωσης τη στιγμή που δεν υπήρχαν καλώδια σήματος στο εσωτερικό του μηχανήματος (είχε καλοσχεδιασμένη πλακέτα) αλλά μόνο τα καλώδια τροφοδοσίας των 230 volts. Βέβαια ο τεχνικός (ο Θεός να τον κάνει τεχνικό) του άλλαξε τα καλώδια με πολύ καλύτερα και πληρώθηκε κανονικά.  Τώρα η βελτίωση (αν υπήρξε) σε σχέση με το κόστος είναι θέμα προς συζήτηση.

Γενικά είναι απείρως προτιμότερη η αντικατάσταση έστω δύο πυκνωτών που βρίσκονται σε σειρά με το σήμα μας από την οποιαδήποτε αντικατάσταση καλωδίων ή βυσμάτων. Η διαφορά είναι ότι τα καλώδια όλοι τα βλέπουν (άσχετα αν ξέρουν ή όχι τι κάνουν) οπότε μπορούν να τα αντικαταστήσουν ενώ το ποιός πυκνωτής κάνει τι θέλει γνώση και εμπειρία.

 Στο δια ταύτα τώρα μπορώ να σας βεβαιώσω, από προσωπική μου αλλά και πολλών φίλων εμπειρία, ότι αν μια βελτίωση γίνει με γνώση, τεχνικά μέσα, λογική και συνέπεια <<τσακίζει>> εύκολα πανάκριβες συσκευές του εμπορίου.

Πάρτε μια γεύση από ένα βελτιωμένο CD player όπου διακρίνονται στα δεξιά (όπως το βλέπουμαι) του οδηγού δίσκου ένας επιπλέον μετασχηματιστής για το αναλογικό στάδιο, πίσω από τον οδηγό προστέθηκε το ανάλογο τροφοδοτικό ενώ όλο το αναλογικό στάδιο έχει αντικατασταθεί με πολύ ποιοτικότερο και απλούστερο. Το αποτέλεσμα; Πρέπει να το ακούσεται για να καταλάβεται.

DSCF1571.jpg


Αναβάθμιση Ηχοσυστήματος

Εχθρός του καλού, όπως όλοι γνωρίζουμε, είναι το καλύτερο. Έτσι συμβαίνει και με τα συστήματα ήχου. Πάντα υπάρχει κάτι καλύτερο από το υπάρχον μας σύστημα. Πολλοί λοιπόν από εμάς, στην αναζήτηση της πιστότερης αναπαραγωγής, προχωράμε στην αναβάθμιση του συστήματος. Αναβάθμιση ενός συστήματος ήχου σημαίνει κάτι από τα παρακάτω ή και συνδιασμός αυτών.

 α) Αντικατάσταση (ή και αναβάθμιση από έμπειρο ηλεκτρονικό) μιας συσκευής ή και συσκευών με άλλη-ες καλύτερη-ες (όχι απαραίτητα ακριβότερες).

 β) Αντικατάσταση της καλωδίωσης είτε αυτή είναι σήματος είτε ρεύματος.

 γ) Αντικατάσταση του ικριώματος στήριξης των μηχανημάτων μας (βελτιώνει της ακροάσης με πικάπ και λαμπάτα μηχανήματα κυρίως).

 δ) Βελτίωση του χώρου ακρόασης.  

Ποιό από τα παραπάνω είναι το ποιό αποδωτικό; Μετά βεβαιότητας η βελτίωση του χώρου ακρόασης και από εκεί οφείλεται να ξεκινήσεται.

Βελτίωση του χώρου ακρόασης μπορεί να σημαίνει αναδιάταξη των επίπλων ή των ηχείων ή ακόμα και προσθήκη κάποιον βελτιωτικών (διαχυτές ή απορροφιτές ήχου ή και ηχοπαγίδες). Αυτό που γενικά θα πρέπει να έχουμε κατά νου είναι ότι ένα ηχοσύστημα είναι τόσο καλό όσο του επιτρέπει ο χώρος μέσα στον οποίο αυτό λειτουργεί.

Προσωπικά μπορώ να σας βεβαιώσω ότι μια μετακίνηση των ηχείων κατά μερικά εκατοστά μπορεί να φέρει βελτίωση αντίστοιχη αρκετών εκατοντάδων (ή και χιλιάδων) ευρώ αν μιλάμε για μηχανήματα. 

Η τοποθέτηση των ηχείων και η αλληλοεπίδραση τους με το χώρο είναι ένα πολύ μεγάλο κεφάλαιο και σύντομα θα αναφερθώ εκτενέστερα.

Πρίν προχωρήσουμε στην αντικατάσταση συσκευών θα πρέπει:

1) Να έχουμε εξαντλήσει τα περιθώρια του χώρου μας.

2) Να είμαστε εξοικιωμένοι για πολύ καιρό με τον ήχο του συστήματος μας (πάνω από έξι μήνες) ώστε να μπορούμε να αντιληφθούμε τις διαφορές πριν και μετά.

3) Να έχουμε κατασταλαγμένη άποψη για το σωστό ήχο που θα βασίζεται σε προσωπική εμπειρία.

4) Να μη παρασυρόμαστε από τις απόψεις του <<ειδικού>> τύπου αφού όπως έχω ξαναπεί πολλές φορές τα κριτήρια αξιολόγησης είναι <<άλλα>>.

5) Να γνωρίζουμε τον <<αδύναμο κρίκο>> του συστήματος μας και από εκεί να ξεκινήσουμε.

6) Να κάνουμε μία-μία τις αλλαγές και να αφήνουμε να μεσολαβήσουν αρκετοί μήνες μέχρι την επόμενη. Να πώ εδώ ότι μια συσκευή χρειάζεται τουλάχιστον πενήντα ώρες λειτουργίας για να αποδώσει τα μέγιστα.

7) Να έχουμε εμπειρίες ζωντανής μουσικής και σωστά στημένων συστημάτων. 

Τελειώνοντας να πω ότι το διαφορετικό άκουσμα δε σημαινεί και καλύτερο γιαυτό προσοχή και σύνεση στις επιλογές μας. Για να πάρετε μια ιδέα που μπορεί να φτάσει ένα ζεύγος ηχείων παραθέτω τη φωτογραφία ενός με κόστος ένα εκατομμύριο δολάρια!!!KHARMA Enigma.jpg